ανηγούμαι


ανηγούμαι
ἀνηγοῡμαι (-έομαι) (Α)
1. ανιστορώ, διηγούμαι, αναφέρω
2. προχωρώ, ανεβαίνω με την αξία μου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ηγούμαι — (AM ἡγοῡμαι, έομαι, Α δωρ. τ. ἁγοῡμαι) 1. είμαι οδηγός, προπορεύομαι, προηγούμαι, δείχνω τον δρόμο («ὥς εἰπών ἡγεῑθ , ἡ δ ἕσπετο Παλλάς Ἀθήνη», Ομ. Οδ.) 2. είμαι αρχηγός, προΐσταμαι, διευθύνω πρωτοστατώ («ηγούμαι τής επαναστάσεως») 3. (μτχ. ενεστ …   Dictionary of Greek